ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ – «Διάπλους» για μια νέα ζωή (Η ιστορία ενός κοριτσιού από την Αφρική)

Η Γ. με τον γιο της στη γιορτή των γενεθλίων του.

Έμεινε ορφανή σε ηλικία 9 ετών, οι γονείς της σκοτώθηκαν σε τροχαίο δυστύχημα κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου της  Αφρικής (1998-2002), την πιο αιματοβαμμένη σφαγή στην ιστορία μετά τον β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η 27χρονη Γ. από το Κονγκό μητέρα με δύο παιδιά, ένα κορίτσι 13 και ένα αγόρι 4 ετών, ήρθε στην Ελλάδα πριν από ενάμιση χρόνο, πρόσφυγας από τη χώρα του ομώνυμου ποταμού ο οποίος διατρέχει την κεντρική Αφρική και πριν από έναν αιώνα ενέπνευσε τον Τζόζεφ Κόνραντ να γράψει το εμβληματικό μυθιστόρημα για την εποχή της αποικιοκρατίας με τίτλο «Η καρδιά του σκότους».

Όταν έχασε τους γονείς της η Γ. πήγε να ζήσει με έναν θείο της στην επαρχία Κιμπέσε, νοτιοανατολικά της πρωτεύουσας Κινσάσα, αλλά αναγκάστηκε να φύγει από το σπίτι όταν έμεινε έγκυος στα 14.

Κοιμήθηκε δίπλα σε δρόμους και κάτω από γέφυρες σε μια κατεστραμμένη από τον Μεγάλο Αφρικανικό Πόλεμο χώρα, με τα εκατομμύρια νεκρούς και τραυματίες, κατά τη διάρκεια του οποίου η έμφυλη βία εναντίον αμάχων χρησιμοποιήθηκε ως στρατηγικό όπλο από τους αντιμαχόμενους στρατούς και τις ένοπλες ομάδες.

Μια γυναίκα που εμπορευόταν λαχανικά την πήρε στο σπίτι της στην Κινσάσα ως οικιακή βοηθό. Δούλευε πολλές ώρες για ελάχιστα χρήματα μέχρι που η έμπορος την έδιωξε. Βρέθηκε για δεύτερη φορά στους δρόμους, επί τέσσερις μήνες, έγκυος. Τις μέρες κέρδιζε φαγητό πλένοντας πιάτα, τις νύχτες κοιμόταν δίπλα στους πάγκους μιας υπαίθριας αγοράς. Θυμόταν ένα παιδικό τραγούδι που της έλεγε η μαμά της όταν ήταν παιδάκι: «Το όνειρό μου είσαι εσύ / εγώ ζω επειδή έχω εσένα…» και το αγαπημένο της φαγητό, το «ποντού», με ψάρι και λάδι καρύδας…

Λίγο πριν γεννήσει βρέθηκε μια άλλη γυναίκα που είχε εργαστήριο ραπτικής στο σπίτι και η Γ. έμεινε μαζί της για ένα χρονικό διάστημα, όπου έμαθε και την τέχνη της μοδίστρας.

Το 2017 έπεσε θύμα έμφυλης βίας και αναγκάστηκε να φύγει από τη χώρα της. Πρώτος σταθμός η Ανγκόλα, επόμενος η Τουρκία. Εκεί δούλεψε σε βιοτεχνία ρούχων 12 ώρες τη μέρα από Δευτέρα μέχρι Σάββατο για 150 λίρες τη βδομάδα (περίπου 15 ευρώ). Αρχικά ζούσε στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης μετά έμεινε μαζί με άλλους 10 ενήλικες και πέντε παιδιά σε διαμέρισμα με δύο δωμάτια.

Έφυγε στη Σμύρνη προκειμένου να περάσει από κει στην Ελλάδα. Προσπάθησε ανεπιτυχώς να διασχίσει τα σύνορα και από τον Έβρο και διά θαλάσσης, έξι φορές. Ύστερα από κάθε ανεπιτυχή προσπάθεια οδηγούνταν στη φυλακή, όπου έμενε κρατούμενη από τρεις μέρες μέχρι ενάμιση μήνα. 

Την έβδομη φορά τα κατάφερε και το 2019 έφτασε στη Σάμο μέσα σε πλαστική βάρκα μαζί με άλλους 60 ανθρώπους και τα δύο παιδιά της. Πρώτη φορά στη ζωή της ταξίδευε σε θάλασσα, χρειάστηκαν τέσσερις ώρες για να φτάσουν στη Σάμο, σε όλο το ταξίδι νόμιζε πως θα πνιγεί. 

Το καλοκαίρι του 2020 η Γ. και τα παιδιά  της ήρθαν στη Θεσσαλονίκη, αρχικά διαβιούσαν σε επισφαλείς συνθήκες, αλλά από τον Νοέμβριο του 2020 ζουν σε διαμέρισμα που λειτουργεί η ΑΡΣΙΣ – Κοινωνική Οργάνωση Νέων, στο πλαίσιο του προγράμματος «Διάπλους».

Ζώντας πλέον σε συνθήκες ασφάλειας , δεν θέλει να θυμάται τίποτα από το παρελθόν της,  ελπίζει μόνο σε μια δεύτερη ευκαιρία για ένα καλύτερο μέλλον. Θέλει μια απλή ζωή, της αρέσει να φαντάζεται ένα μέλλον με την ίδια να δουλεύει μοδίστρα και τα παιδιά της να μορφώνονται.

Η κόρη της είναι άριστη μαθήτρια στο γυμνάσιο κι όταν μεγαλώσει θέλει να σπουδάσει ερευνήτρια μικροβιολόγος. Αυτό δίνει στη μητέρα της την ελπίδα ότι τα παιδιά της θα έχουν τις ευκαιρίες που εκείνη δεν είχε.

Θα ήθελε πολύ να σπουδάσει αλλά η προτεραιότητά της είναι τα παιδιά, αυτό που επείγει τώρα είναι να δουλέψει ώστε να μπορεί να τα φροντίζει. Ξέρει ότι για να τα καταφέρει είναι απαραίτητο να μάθει ελληνικά και από τον περασμένο Νοέμβριο που ζει στο διαμέρισμα του «Διάπλους» άρχισε να μαθαίνει ελληνικά και παράλληλα να γράφει και να διαβάζει στα γαλλικά. Συμμετέχει στις βιωματικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες του προγράμματος, νιώθει ασφάλεια και ελπίζει σε ένα καλύτερο μέλλον για την ίδια και τα παιδιά της με «οδηγό» τη δίψα για μάθηση και ζωή.

Η ΑΡΣΙΣ υλοποιεί το πρόγραμμα «Διάπλους», το οποίο χρηματοδοτείται μέσω του προγράμματος «Άσυλο και Μετανάστευση» τμήμα του ΕΕΑ & Norway Grants 2014-2021, ταμείο που διαχειρίζονται οι Human Rights 360 και ΣΟΛ Crove.

Για περισσότερες πληροφορίες:

Θάλεια Σιώπη, συντονίστρια του προγράμματος «Διάπλους» στη Θεσσαλονίκη, τηλέφωνο 6982489570

Το δελτίο τύπου εδώ